MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Παγκοσμιοποίηση, υπέρ ή εναντίον;

Το συμπέρασμα σχετικά με το εάν είναι θετική ή όχι η παγκοσμιοποίηση, εν μέρει η ΕΕ και η Ευρωζώνη, εξαρτάται από το υποκείμενο και όχι από το αντικείμενο – δηλαδή από το πού ανήκει ο καθένας ως άτομο και ως χώρα, μεταξύ άλλων από το εάν τάσσεται με τους εργαζόμενους ή με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις.

«Παγκοσμιοποίηση: Τα κράτη δεν ασχολούνται πλέον με την διοίκηση και αφοσιώνονται στην αστυνόμευση. Οι πρόεδροι μετατρέπονται σε διαχειριστές ξένων εταιριών. Οι Υπουργοί Οικονομικών είναι καλοί διερμηνείς. Οι βιομήχανοι μετατρέπονται σε εισαγωγείς. Οι πολλοί εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τα περισσεύματα των λίγων. Οι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους. Οι αγρότες χάνουν την γη τους. Τα παιδιά χάνουν την παιδική τους ηλικία. Οι νέοι χάνουν την επιθυμία να πιστεύουν. Οι ηλικιωμένοι χάνουν την σύνταξή τους. «Η ζωή είναι λαχείο» ισχυρίζονται όσοι κερδίζουν» (E. Galeano)

Ανάλυση 

Η Ευρώπη βιώνει την τρίτη εποχή της παγκοσμιοποίησης, αυτή τη φορά με μία εντελώς καινούργια οργανωτική δομή – αφού 28 χώρες της ανήκουν στην ΕΕ, ενώ οι 19 στην Ευρωζώνη (πληθυσμός 338,5 εκ., ΑΕΠ περί τα 9,5 τρις €), από την οποία καμία χώρα δεν μπορεί να εκδιωχθεί ούτε προσωρινά ούτε μόνιμα επειδή το απαγορεύει η σύμβαση σύστασης της, ενώ μπορεί να την εγκαταλείψει μόνο με τη θέληση της.

Ως πρώτη εποχή θεωρείται η Αναγέννηση, όπου ξεκίνησε η εξερεύνηση του πλανήτη, ενώ εμπορεύματα, εργαζόμενοι και κεφάλαια κυκλοφορούσαν σχετικά ελεύθερα. Η δεύτερη είχε αφετηρία τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ η τρίτη ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 – η διαφορά της οποίας με τις προηγούμενες είναι αφενός μεν η ελεύθερη διακίνηση της πληροφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο και σε ελάχιστο χρόνο, καθώς επίσης η επικράτηση του καπιταλιστικού συστήματος, με τις διάφορες εκδοχές του.

Η πρώτη εποχή τελείωσε με μεγάλους διακρατικούς πολέμους, η δεύτερη με τον 1ο Παγκόσμιο, το κραχ του 1929, την πολιτική του προστατευτισμού και το 2ο Παγκόσμιο, ενώ η τρίτη βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη – ενώ έχουν προηγηθεί νομισματικές μάχες και εμπορικοί πόλεμοι, με προβλεπόμενο τον προστατευτισμό που φαίνεται να προωθεί ο νέος πρόεδρος των Η.Π.Α., καθώς επίσης η Μ. Βρετανία, αποχωρώντας επί πλέον από την ΕΕ.

Την ίδια στιγμή πολλά κράτη έχουν επιφυλάξεις σχετικά με το ευρώ, κυρίως λόγω της χρησιμοποίησης του από τη Γερμανία ως οικονομικό όπλο, για την κατοχή των αδύναμων εταίρων της – μέσω της πολιτικής του μερκαντιλισμού, εξαιτίας της οποίας δέχεται έντονη κριτική εκ μέρους της υπερδύναμης (υπερβολικά υψηλά πλεονάσματα). Ταυτόχρονα παρατηρείται η μετατροπή της Ευρώπης σε γερμανική – με την οποία φυσικά δεν συμφωνούν τα υπόλοιπα κράτη.

Από γεωπολιτικής πλευράς τώρα, ο πλανήτης τείνει προς την πολύ-πολικότητα, επειδή οι δύο άλλες μεγάλες δυνάμεις, η Ρωσία και η Κίνα, δεν ανέχονται πλέον τη μονοκρατορία των Η.Π.Α. – με τη δεύτερη να αποτελεί το μεγάλο διεκδικητή της παγκόσμιας ηγεμονίας, έχοντας ήδη ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά το ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Το μεγαλύτερο εμπόδιο της είναι όμως το νόμισμα, ευρύτερα το χρηματοπιστωτικό σύστημα (ανάλυση), το οποίο ελέγχεται πλήρως από την υπερδύναμη – ενώ η υπεροχή του δολαρίου ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, με το οποίο διενεργείται σχεδόν το 50% των συναλλαγών διεθνώς, φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί.


Περαιτέρω, το δολάριο στηρίζεται στο στρατό και στο τραπεζικό καρτέλ (ανάλυση), οπότε δεν είναι καθόλου εύκολο να αντικατασταθεί ειρηνικά – πόσο μάλλον όταν κάτι τέτοιο θα σήμαινε ταυτόχρονα την οικονομική κατάρρευση των Η.Π.Α. Ως παγκόσμια δύναμη βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς τη Γερμανία, κυρίως εάν καταφέρει τελικά να κυριαρχήσει απολυταρχικά στην Ευρώπη – ενώ ίσως επιλέξει την αντικατάσταση των Η.Π.Α. ως σύμμαχο με την Κίνα, ειδικά εάν υπάρξει συνεργασία της υπερδύναμης με τη Ρωσία. Η συμμαχία της Ρωσίας με τις Η.Π.Α. πάντως είναι προτιμότερη για την ίδια, από ότι η αντίστοιχη με την Κίνα – επειδή η γειτνίαση της με μία τόσο ισχυρή και πληθυσμιακά υπερμεγέθη χώρα της προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια.

Από νομισματικής πλευράς υπάρχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα όσον αφορά τη διαφορά της εποχής της τρίτης παγκοσμιοποίησης από τις δύο προηγούμενες: η υιοθέτηση των χρημάτων χωρίς αντίκρισμα (Fiat money) που ξεκίνησε το 1971 – όταν ο πρόεδρος Νίξον κατήργησε μονομερώς τον κανόνα του χρυσού, όπου όλα τα νομίσματα είχαν υποχρεωτικά αντίκρισμα σε δολάριο, ενώ το δολάριο σε χρυσό.

Η σύγχρονη μονεταριστική θεωρία (ΣΜΘ), όπως αποκαλείται έκτοτε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μαρξιστικό αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο ο χρυσός ως εμπόρευμα θα αποτελεί πάντοτε το ύστατο αντίκρισμα των χρημάτων – έχοντας αντικαταστήσει το πολύτιμο μέταλλο με το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, με την έννοια πως η εκτύπωση χρημάτων θα πρέπει να είναι ανάλογη με το ΑΕΠ, έτσι ώστε να υπάρχει εμπιστοσύνη στο νόμισμα και να μην προκαλείται πληθωρισμός.

Μία ακόμη βασική ιδιαιτερότητα, η οποία προκλήθηκε από την ασύδοτη διακίνηση των κεφαλαίων παγκοσμίως, από τα χρηματοπιστωτικά όπλα μαζικής καταστροφής (παράγωγα κλπ.), καθώς επίσης από την διεθνή υπερχρέωση, είναι η δικτατορία των αγορώνοι οποίες είναι πλέον σε θέση να καταστρέψουν οποιοδήποτε κράτος δεν υποτάσσεται στις εντολές τους, χωρίς βέβαια τη χρήση στρατιωτικών όπλων.

Συνεχίζοντας, κανένας δεν γνωρίζει πού θα καταλήξουν όλες αυτές οι αλλαγές που έχουν υιοθετηθεί ή δημιουργηθεί – πόσο μάλλον εάν η τρίτη εποχή της παγκοσμιοποίησης θα έχει το ίδιο τέλος με τις δύο προηγούμενες. Το γεγονός όμως της ύπαρξης πυρηνικών όπλων σημαίνει πως το τέλος της, εάν δεν συμβεί ειρηνικά, δεν θα είναι σε καμία περίπτωση το ίδιο. Ανεξάρτητα τώρα από το τι θα ακολουθήσει, είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς τόσο τα πλεονεκτήματα, όσο και τα μειονεκτήματα της παγκοσμιοποίησης – τα οποία είναι τα εξής:

Πλεονεκτήματα της παγκοσμιοποίησης

(α) Ευρεία προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών: Οι άνθρωποι είναι σε θέση σήμερα να αγοράζουν τα πάντα από όλες τις άλλες χώρες του πλανήτη, στις χαμηλότερες δυνατές τιμές – με αποτέλεσμα να μην αυξάνεται ο πληθωρισμός, ούτε καν όταν οι κεντρικές τράπεζες πλημμυρίζουν το σύστημα με ρευστότητα.

(β) Άνοδος του ρυθμού ανάπτυξης: Το παγκόσμιο εμπόριο διευρύνεται, αν και με κέντρο βάρους τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, στις οποίες δημιουργούνται χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας – με αποτέλεσμα να μειώνεται η παγκόσμια φτώχεια. Εν τούτοις, η ωφέλεια για τη Δύση περιορίζεται στις πολυεθνικές επιχειρήσεις – οι οποίες κατακτούν νέες αγορές για τα προϊόντα τους, ενώ τα παράγουν φθηνότερα.

(γ) Κινητικότητα αγαθών και ανθρώπων: Λόγω της παγκόσμιας δικτύωσης, είναι σήμερα εφικτή η μεταφορά προϊόντων μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε ολόκληρο τον πλανήτη – ενώ ποτέ δεν ήταν πιο εύκολα τα ταξίδια στο εξωτερικό, με πολύ λίγες γραφειοκρατικές διαδικασίες και δαπάνες. Μεγάλος κερδισμένος είναι ο κλάδος του τουρισμού, από τον οποίο ωφελούνται πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα – επίσης η ναυτιλία.

(δ) Παγκόσμια συνεργασία και προσέγγιση διαφορετικών πολιτισμών: Δεν είναι μόνο η οικονομία και το εμπόριο δικτυωμένα σε διεθνές επίπεδο αλλά, επίσης, η έρευνα – γεγονός που ενισχύει την καινοτομία, επιτρέποντας σε όλες τις χώρες να ωφελούνται πιο γρήγορα από τις τεχνολογικές εξελίξεις, ιδίως στον τομέα της υγείας.

Εκτός αυτού τόσο οι οικονομικές κρίσεις, όσο και οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατών επιλύονται ευκολότερα – αφού η μία χώρα βοηθάει την άλλη, για να εμποδιστεί ο πολλαπλασιασμός και η μετάδοση των προβλημάτων. Τέλος, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιτυγχάνεται καλύτερα σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ η τεχνολογία της πληροφορίας και του διαδικτύου ενώνει τους ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη – με θετικά αποτελέσματα για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και τη Δημοκρατία.

Μειονεκτήματα της παγκοσμιοποίησης

(α) Περιορισμός της εθνικής ανεξαρτησίας: Τα προβλήματα και οι κρίσεις δεν μπορούν πολύ συχνά να επιλυθούν σε εθνικό επίπεδο, απαιτώντας σε μεγάλο βαθμό διεθνείς συνεργασίες – οπότε μειώνεται σταδιακά η εθνική ανεξαρτησία των επί μέρους κρατών, όπως συμβαίνει σήμερα στην ΕΕ, όπου υπάρχουν πολλές συγκρούσεις σε σχέση με τις αρμοδιότητες της Κομισιόν.

(β) Αρνητικές συνέπειες για την αγορά εργασίας: Οι μη εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, όπως στο παράδειγμα της παραγωγής των βασικών καταναλωτικών προϊόντων, μεταφέρονται στις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού. Εν προκειμένω δεν υποφέρουν μόνο οι εργαζόμενοι στις βιομηχανικές χώρες που μένουν άνεργοι αλλά, επίσης, στις αναπτυσσόμενες – επειδή απαιτούνται από αυτούς πολλές ώρες εργασίας με χαμηλούς μισθούς, σε πολύ κακές συνθήκες και με ανεπαρκή κοινωνική ασφάλεια.

Ωφελημένες είναι και εδώ οι πολυεθνικές, σημειώνοντας πως η μη αύξηση των μισθών στη Γερμανία μετά το 2000, λόγω της οποίας δημιουργήθηκαν «ασυμμετρίες» στη ζώνη του ευρώ με κίνδυνο να διαλυθεί, δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική του μερκαντιλισμού που υιοθέτησε – αλλά, επίσης στις μεγάλες εταιρείες της που απειλούσαν να εγκατασταθούν σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας, εάν δεν μειώνονταν οι αμοιβές των Γερμανών εργαζομένων.

(γ) Αυξημένος ανταγωνισμός: Η κλιμάκωση του ανταγωνισμού παγκοσμίως δεν επιτρέπει στις αδύναμες χώρες να εξελιχθούν – οπότε οι ισχυρές γίνονται ισχυρότερες, η ευημερία δεν μοιράζεται καθόλου δίκαια, ενώ η ψαλίδα μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων κρατών διευρύνεται συνεχώς.

Οι μεγάλες εταιρείες κλείνουν τις μικρές, ειδικά στις εκάστοτε τοπικές βιομηχανίες – με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων να αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό η επιρροή τους στην πολιτική, μέσω της οποίας κλιμακώνουν τα οφέλη τους. Για παράδειγμα, απαιτούν φορολογικές ελαφρύνσεις, δρομολογούν φορολογικούς παραδείσους, εισπράττουν επιδοτήσεις για να διεξάγουν επενδύσεις, επιβάλλουν χαμηλούς μισθούς, καταργούν τις συλλογικές συμβάσεις κοκ.

(δ) Επιβάρυνση του περιβάλλοντος: Ειδικά στις ειδικές οικονομικές ζώνες που έχουν δημιουργηθεί σε πολλές χώρες, δεν υπάρχουν καθόλου προδιαγραφές που αφορούν τη μόλυνση του περιβάλλοντος ή τις πολύ κακές συνθήκες εργασίας – οπότε οι επιχειρήσεις λειτουργούν κυριολεκτικά ασύδοτα, με εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα για τον πλανήτη.

Εκτός αυτού, λόγω της παγκοσμιοποίησης είμαστε ουσιαστικά αντιμέτωποι με μία απεριόριστη προσφορά προϊόντων, έναντι μίας περιορισμένης ζήτησης – οπότε δεν πιέζονται μόνο οι τιμές και οι μισθοί υπερβολικά προς τα κάτω αλλά, επίσης, αυξάνεται υπερβολικά η παραγωγή προϊόντων, οπότε σπαταλιούνται σημαντικοί φυσικοί πόροι.

(ε) Αύξηση της παγκόσμιας εγκληματικότητας: Η ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων έχει αυξήσει σε μεγάλο βαθμό την εγκληματικότητα – ενώ το διεθνές ποινικό δίκαιο δεν έχει εξελιχθεί σε βαθμό που να εμποδίζει τη μετανάστευση εγκληματιών σε άλλες χώρες για να αποφύγουν την τιμωρία τους.

(στ) Κυριαρχία των βιομηχανικών κρατών: Οι αποφάσεις λαμβάνονται από τις ισχυρές βιομηχανικές χώρες (G7 κλπ.), χωρίς να δίνεται καμία σημασία στις ασθενέστερες – όπως στο παράδειγμα της Ευρωζώνης, όπου η Γερμανία κυριολεκτικά «αποφασίζει και διατάζει». Το γεγονός αυτό αυξάνει την εξάρτηση των φτωχών κρατών από τα πλούσια – ενώ επί πλέον οι πιο ασθενείς χώρες υποχρεώνονται να διατηρούν τις τιμές των προϊόντων τους (άρα τους μισθούς, την κοινωνική ασφάλιση κλπ.), χαμηλότερα από τις πλούσιες, για να μη χάσουν την ανταγωνιστικότητα τους και χρεοκοπήσουν.

Οι διαφορετικές προϋποθέσεις που έχει τώρα το κάθε κράτος έχουν ως αποτέλεσμα να προωθείται με διαφορετική ταχύτητα η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης – ενώ η μεγάλη επιτάχυνση των χρηματικών ροών λόγω της ελευθερίας κινήσεως τους αυξάνει τους κινδύνους πρόκλησης κρίσεων, οδηγώντας πολύ πιο εύκολα στην απώλεια του ελέγχου εκ μέρους των κρατών.

Για παράδειγμα, οι μαζικές εκροές χρημάτων από την Ελλάδα μετά την ανακοίνωση της προσφυγής της στο ΔΝΤ ήταν η χαριστική βολή για την οικονομία της, η οποία σε χρόνο μηδέν στέρεψε από κεφάλαια – μία τεράστια ζημία που δεν θα είχε ποτέ προκληθεί, εάν η κυβέρνηση της διέθετε έστω και ψήγματα λογικής, επιβάλλοντας αμέσως ελέγχους στη διακίνηση των κεφαλαίων.

Συμπέρασμα

Ο κάθε συνετός άνθρωπος πρέπει αφενός μεν να διδάσκεται από την ιστορία, αφετέρου να καταγράφει και να ζυγίζει τα πλεονεκτήματα με τα μειονεκτήματα της απόφασης του με κριτήριο τη δική του χώρα, καθώς επίσης τη θέση του. Ως εκ τούτου φαίνεται καθαρά πως από την πλευρά των αδύναμων χωρών, των εισοδηματικά ασθενέστερων, καθώς επίσης των εργαζομένων, η παγκοσμιοποίηση είναι αρνητική – παρά το ότι έχει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως αυτά που αναφέραμε παραπάνω.

Από την πλευρά βέβαια των ισχυρών κρατών, των ελίτ, των αγορών και των πολυεθνικών επιχειρήσεων, η παγκοσμιοποίηση είναι εξαιρετικά θετική – ενώ όλα αυτά ισχύουν επίσης σε κάποιο βαθμό για την ΕΕ και την Ευρωζώνη (σε διεθνές επίπεδο ασφαλώς κάποια στιγμή οι ελίτ θα θελήσουν να επιβάλλουν ένα παγκόσμιο νόμισμα), οι οποίες αποτελούν μία μικρογραφία της παγκοσμιοποίησης.

Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα σχετικά με το εάν είναι θετική ή όχι η παγκοσμιοποίηση, άρα η ΕΕ και η Ευρωζώνη, εξαρτάται από το υποκείμενο και όχι από το αντικείμενο – από τη θέση δηλαδή που το εξετάζει κανείς. Με δεδομένο τώρα το ότι, ο καθένας γνωρίζει πού ανήκει η χώρα του και ο ίδιος, η απόφαση είναι εύκολο να ληφθεί – αρκεί φυσικά να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, χωρίς να υποθέτει πράγματα που είναι εκτός των δυνατοτήτων και των αντικειμενικών προοπτικών του.

Κατά την υποκειμενική μου άποψη πάντως η παγκοσμιοποίηση είναι καταδικασμένη – ελπίζοντας να μην σταματήσει με την ίδια διαδικασία, αφού ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θα ήταν ο τελευταίος. Ενδεχομένως το ίδιο ισχύει και για την Ευρωζώνη, επειδή θεωρείται απίθανο να μετατραπεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ή να επιβιώσει με τη Γερμανία μέλος της – οπότε θα ήταν σωστό να λάβει κανείς τα μέτρα του.

Βασίλης Βιλιάρδος
Οικονομολόγος
Ειδικότητα: Mάκρο-οικονομικά / Πολιτική Οικονομία 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου