MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Λαϊκισμός και παγκοσμιοποίηση

Το περισσότερο εμπόριο, οι χαμηλότεροι δασμοί, καθώς επίσης οι ελεύθερες αγορές, παρέχουν στα Έθνη που συμμετέχουν μεγαλύτερη ευημερία – αρκεί η διαδικασία αυτή να συνοδεύεται από ένα δίχτυ προστασίας των «ηττημένων», κρατών ή πολιτών, όπως αυτό που εξασφάλιζε ο κοινωνικός φιλελευθερισμός μετά το 2ο παγκόσμιο Πόλεμο.

«Όταν πουλάς εμπορεύματα ή υπηρεσίες μέσα στη χώρα σου είσαι επιτυχημένος – ενώ όταν πουλάς στο εξωτερικό είσαι ήρωας» (σύγχρονη κινέζικη παροιμία).

Ανάλυση

Σύμφωνα με τον αμερικανό οικονομολόγο D. Rodrik, δεν πρέπει να μας προξενεί καμία εντύπωση το γεγονός ότι, οι «λαϊκιστές» που τάσσονται εναντίον της παγκοσμιοποίησης, όπως θεωρείται ότι είναι ο κ. Trump λόγω του δόγματος του (άρθρο), έχουν αυξήσει τόσο πολύ την εκλογική τους ισχύ. Αντίθετα αποτελεί έκπληξη το ότι άργησαν αρκετά, με κριτήριο τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης για τα ασθενή εισοδηματικά στρώματα – οι οποίες είναι πράγματι καταστροφικές.

Με δεδομένο δε το ότι, δεν δόθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κάποια κρατική προστασία στους ηττημένους της διαδικασίας, η οποία δεν είναι αντιστρέψιμη ειρηνικά με βάση την ιστορία, ήταν λογικό πως κάποτε θα απαιτούταν ο προστατευτισμός – το αργότερο όταν οι χαμένοι θα αποτελούσαν την πλειοψηφία, όπως συμβαίνει σήμερα. Οφείλουμε πάντως να σημειώσουμε εδώ πως η ΕΕ, ιδίως η Ευρωζώνη, είναι μία μικρογραφία της παγκοσμιοποίησης – οπότε είναι επίσης εύλογος ο σκεπτικισμός και οι αντιδράσεις που διαπιστώνονται απέναντι στο ευρώ, εν πρώτοις από τις «ηττημένες» χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

Περαιτέρω, παρά τις αντίθετες απόψεις των οπαδών του κρατισμού, με τους οποίους δεν συμφωνούμε, είναι αναμφίβολο πως το περισσότερο εμπόριο, οι χαμηλότεροι δασμοί, καθώς επίσης οι ελεύθερες αγορές παρέχουν στα Έθνη που συμμετέχουν μεγαλύτερη ευημερία – σύμφωνα πάντοτε με την οικονομική επιστήμη και την ιστορία. Είναι όμως επίσης αναμφίβολο πως υπάρχουν πολλοί ηττημένοι και χαμένοι, θύματα του διεθνούς ανοίγματος των αγορών – κάτι που έχει αποδειχθεί θεωρητικά ήδη από τη δεκαετία του 1940, μέσω της μελέτης δύο οικονομολόγων που κατέληξε στο γνωστό μας «Stolper-Samuelson theorem».

Σύμφωνα με το θεώρημα αυτό, όταν απελευθερώνεται το εμπόριο μεταξύ δύο χωρών, είναι αναπόφευκτη η απώλεια εισοδήματος του σχετικά σε ανεπάρκεια (σπανίζοντος) συντελεστή παραγωγής. Για παράδειγμα, στο ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των Η.Π.Α. και του Μεξικού, όπου οι δύο χώρες ανήκουν στη NAFTA (North America Free Trade Agreement), η υπερδύναμη χαρακτηρίζεται από «ανεπάρκεια« όσον αφορά το μη εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό της – με αποτέλεσμα να μειώνονται συνεχώς οι αμοιβές των αμερικανών χαμηλόμισθων, αδυνατώντας να ανταγωνισθούν τους αντίστοιχους μεξικανούς. Ως εκ τούτου ο πρόεδρος Trump έχει δίκιο παραπονούμενος για το Μεξικό και τη συμφωνία που έχει υπογραφεί – αφού τεκμηριώνεται ξεκάθαρα από την οικονομία.

Η άλλη όψη του νομίσματος τώρα, όσον αφορά την άνοδο της ευημερίας που προκαλεί η απελευθέρωση του εμπορίου, έχει σχέση με την αναδιανομή των εισοδημάτων – γεγονός που επεξηγεί γιατί αντιμετωπίζεται διαφορετικά ο φιλελευθερισμός αυτού του είδους και η παγκοσμιοποίηση από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Ειδικότερα με βάση το θεώρημα των «Stolper και Samuelson», έχει υπολογισθεί το εξής μοντέλο:

(α) Όταν καταργούνται δασμοί ύψους 40%, τότε το εισόδημα των ανθρώπων με χαμηλή εξειδίκευση μειώνεται κατά 19%, ενώ το πραγματικό εισόδημα της χώρας αυξάνεται κατά 4% – όπου οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, καθώς επίσης οι πλέον εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, εισπράττουν πολύ περισσότερα.

(β) Όταν καταργούνται δασμοί ύψους 20% τότε οι χαμηλά αμειβόμενοι χάνουν 11% των εισοδημάτων τους, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας αυξάνεται μόλις κατά 1%.

(γ) Τέλος, όταν καταργούνται δασμοί 5%, τότε οι κατώτερες εισοδηματικές τάξεις έχουν απώλειες της τάξης του 2,85% – ενώ το πραγματικό ΑΕΠ αυξάνεται κατά 0,06%.

Σε κάθε περίπτωση, η συνολική «πίτα», όπως λέγεται οικονομικά ο διεθνής τζίρος, αυξάνεται πλέον ελάχιστα σε μία όλο και μεγαλύτερη απελευθέρωση του εμπορίου – ενώ δημιουργούνται σημαντικά πολιτικά ρίσκα, εάν ο φιλελευθερισμός αυτός δεν συνοδεύεται από μία δικαιότερη αναδιανομή των εισοδημάτων, έτσι ώστε οι ηττημένοι της διαδικασίας να καλύπτουν σε κάποιο βαθμό τις απώλειες των εισοδημάτων τους.

Αυτός είναι ο λόγος που η παγκοσμιοποίηση, σε ένα προχωρημένο στάδιο, δημιουργεί μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων εισοδηματικών τάξεων του πληθυσμού – κάτι που ισχύει επίσης για την Ευρωζώνη ή την ΕΕ, αλλά και εντός των συνόρων των χωρών, όσον αφορά τη φιλελεύθερη ιδεολογία σε αντιπαράθεση με τη «σοσιαλιστική». Όλα έχουν σχέση λοιπόν με την οπτική γωνία, από την οποία τα βλέπει κανείς – με την ομάδα καλύτερα, στην οποία ο ίδιος ανήκει.

Συνεχίζοντας, κατά τη διάρκεια της πρώτης εποχής της παγκοσμιοποίησης στα τέλη του 19ου αιώνα (σύμφωνα με ορισμένους της δεύτερης, εάν δεχθούμε πως η Αναγέννηση ήταν η πρώτη), οι πολιτικές διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν πολύ πιο γρήγορα, από ότι σήμερα – αφού λίγα μόνο χρόνια μετά το ξεκίνημα της ξέσπασαν οι πρώτοι εμπορικοί πόλεμοι, όπου επιβλήθηκαν δασμοί και απαγορεύσεις εισαγωγών, οι οποίοι τελικά ζημίωσαν όλα τα κράτη.

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όμως η απελευθέρωση του εμπορίου ήταν πολύ πιο αργή – περιοριζόμενη στους δασμούς και στα βιομηχανικά προϊόντα. Έτσι δόθηκε αρκετή ελευθερία στα επί μέρους κράτη για να καθορίσουν τη δική τους οικονομική πολιτική – όπου ορισμένοι ευαίσθητοι κλάδοι, όπως η γεωργία και η ένδυση, ήταν πλήρως προστατευμένοι.

Ακόμη σημαντικότερο ήταν το γεγονός ότι, η κυκλοφορία των κεφαλαίων ήταν πολύ περιορισμένη – δεν είχε δηλαδή απελευθερωθεί, όπως συνέβη κυρίως μετά το 1990, προκαλώντας τις τεράστιες κρίσεις που βιώνουμε έκτοτε, ανάλογα με τις «εισροές-εκροές» των κεφαλαίων σε μία χώρα.

Ως εκ τούτου η φάση αυτή ήταν αρκετά επιτυχημένη – ενώ είχε ως αποτέλεσμα την προσέλκυση επενδύσεων στη βιομηχανία και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες (τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για το εσωτερικό της Ευρώπης, πριν την ένωση της – όπου αρκετοί στην Ελλάδα θεωρούν πολύ σωστά ότι ξεκίνησε η αποδόμηση της οικονομίας της μετά την είσοδο της στην ΕΕ, σε συνδυασμό φυσικά με την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης μετά το 1980).

Μετά το 1980 όμως η κατάσταση άλλαξε, αφού άρχισαν να απελευθερώνονται όλο και περισσότεροι κλάδοι – χωρίς να υπάρξουν σοβαρές «λαϊκιστικές» αντιδράσεις, ειδικά στον τομέα της μετανάστευσης. Η αιτία όσον αφορά την Ευρώπη ήταν το ότι, η εμπορική της πολιτική συνοδευόταν ανέκαθεν από την κοινωνική πολιτική – μέσω της οποίας οι ηττημένοι της παγκοσμιοποίησης και της ΕΕ αποζημιώνονταν από το κράτος πρόνοιας, ενώ υπήρχαν επιδοτήσεις σε ορισμένους ευαίσθητους κλάδους όπως η γεωργία, πακέτα στήριξης για τις αδύναμες χώρες κοκ.

Έτσι υπήρξε μεν κάποια αρνητική κριτική, πάντοτε όσον αφορά την Ευρώπη, αλλά πολύ περιορισμένη – δεν έφτασε δηλαδή σε εκείνο το κρίσιμο μέγεθος που θα χρησιμοποιούταν ως πλατφόρμα για τη δημιουργία λαϊκίστικων κινημάτων διαμαρτυρίας, ακριβώς λόγω της πολιτικής του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» που επικρατούσε. Το γεγονός αυτό φαίνεται από το γράφημα της εξέλιξης των λαϊκιστικών κομμάτων από το 1961 έως το 2015, σε χώρες που διαθέτουν τουλάχιστον ένα τέτοιο – όπου διαπιστώνεται μία άνοδος μετά την πετρελαϊκή κρίση, κυρίως όμως μετά το 2000 που απελευθερώθηκαν εντελώς οι ροές κεφαλαίων και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι πρώτες μεγάλες αντιδράσεις πάντως ακολούθησαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και με τις συνθήκες ελευθέρου εμπορίου, όπως η ΤΤΙΡ, ενώ κορυφώθηκαν με το BREXITεπειδή το κοινωνικό σύστημα έπαψε πλέον να προστατεύει τις αδύναμες κοινωνικές τάξεις, λόγω της επικράτησης του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και της υπερχρέωσης πολλών κρατών, σε συνδυασμό με την πολιτική λιτότητας που επιβλήθηκε.

Η διαδικασία αυτή θα συνεχιστεί τόσο σε παγκόσμιο, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου οι φυγόκεντρες δυνάμεις σε σχέση με την Ευρωζώνη έχουν αυξηθεί σημαντικά στις χώρες που έχουν ηττηθεί – ενώ θα ακολουθήσει η αμφισβήτηση ολόκληρης της ΕΕ, εάν δεν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. 

Ολοκληρώνοντας, όσον αφορά τις Η.Π.Α. οι διαμαρτυρίες ήταν ελάχιστες πριν το 1990 – όπου άρχισαν να εισάγονται όλο και περισσότερα εμπορεύματα από τις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού, όπως από την Κίνα, πολλές βιομηχανίες μετανάστευσαν, ενώ επικράτησε ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός χωρίς σχεδόν κανένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας για τους ασθενέστερους.

Έτσι τα «λαϊκιστικά» κινήματα αυξήθηκαν ταχύτερα, επειδή δεν δόθηκε καμία σημασία στη δικαιότερη αναδιανομή των εισοδημάτων από τις κυβερνήσεις – με τελικό αποτέλεσμα να ανέλθει στην εξουσία ο κ. Trump ως ο εκπρόσωπος των πιο αδύναμων κοινωνικών τάξεων, τα οποία αποτελούν πλέον την πλειοψηφία στις Η.Π.Α. 

Στον Καναδά, στην Αυστραλία, στην Ολλανδία κοκ. η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλύτερη, όπως ίσως μερικοί πιστεύουν, αφού τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα έχουν καλύψει τις απώλειες με το δανεισμό – ο οποίος έχει φτάσει σε εκρηκτικά επίπεδα. Επομένως είναι θέμα χρόνου η άνοδος κινημάτων διαμαρτυρίας και σε αυτές τις χώρες – ενώ δυστυχώς η Ελλάδα δεν έχει καταλάβει ότι δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα (η συγκυβέρνηση αποτελείται από δύο πρώην λαϊκιστικά και νυν αποτυχημένα-ηττημένα κόμματα), έχοντας απλά προηγηθεί των διεθνών εξελίξεων.

Analyst Team

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου